Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Παλαιότερες ιστορίες του Καφενέ

Η εικόνα είναι επιλογή της φίλης Πέτρας και συνοδεύει την πρώτη ιστορία



Συνεχίζω την παρουσίαση παλαιότερων κειμένων μου αυτή την φορά με τις δύο συμμετοχές που είχα στις Ιστορίες του Καφενέ, που διοργανώνει κατά καιρούς η φίλη Αριστέα, μετά από ιδέα της Μαρίας Κανελλάκη. Πραγματικά διαβάσαμε πολλές όμορφες ιστορίες από όλους τους συμμετέχοντες και τις οποίες θα βρείτε στο "σπιτάκι" της Αριστέας!
Η πρώτη ιστορία φιλοξενήθηκε από την φιλενάδα Πέτρα στον "Πιο πιστό φίλο του σκύλου" και η δεύτερη από την ίδια την διοργανώτρια, τη γλυκιά Αριστέα στο "Η ζωή είναι ωραία". 
Για να έχει περισσότερο ενδιαφέρον για όσους ξαναδιαβάζουν τις ιστορίες, αν σχολιάσετε, μπορείτε να επιλέξετε ποια σας άρεσε περισσότερο και ν' αναφέρετε γιατί.
@ Πατώντας πάνω στους τίτλους των ιστοριών θα μπορείτε να διαβάσετε τα σχόλια των αναγνωστών τότε.

Στην επόμενη ανάρτηση θα έχω την νέα ιστορία του καφενέ, η οποία θα είναι η συμμετοχή μου στον τρίτο γύρο αυτού του διαδικτυακού δρώμενου και κινείται σ' ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο.



Εκείνη τη βραδιά το καφενείο ήταν ασφυκτικά γεμάτο, μέσα κι έξω. Ζευγάρια, μικρές και μεγάλες συντροφιές επιδίδονταν άλλοτε σε ήπιες, άλλοτε σε έντονες συζητήσεις ή παρατεταμένες σιωπές. Οι τυχαίες μουσικές επιλογές, κάπου - κάπου ευχάριστες ή απόλυτα εκνευριστικές, έρχονταν να καλύψουν το πολύβουο μελίσσι ή τα κενά που άφηναν οι αμήχανες επαφές των θαμώνων.
Αρχικά ανησύχησαν πως δε θα έβρισκαν κάπου να καθίσουν, καθώς ο χρόνος που είχαν στη διάθεσή τους ήταν τόσο λίγος για τα τόσα πολλά που είχαν να πουν. Σύντομα εντόπισαν, χωμένο σε μια γωνιά, το μοναδικό ελεύθερο, μαρμάρινο τραπεζάκι. Στριμώχτηκαν όπως – όπως σ’ αυτή τη μικρή αγκαλιά του καφενείου, μα αυτό δεν είχε και πολλή σημασία. Σίγουρα θα προτιμούσαν ένα πιο ήσυχο περιβάλλον με απαλή μουσική και πιο γλυκό φωτισμό, αλλά κι αυτά ήταν ένα είδος πολυτέλειας για τους δυο τους.
Αφού σχολίασαν αστειευόμενοι για την τυχαία επιλογή τους, χαμογέλασαν, βυθίζοντας ο ένας το βλέμμα του στα μάτια του άλλου. Αυτούς τους καθρέφτες που λένε μόνο αλήθειες. Μέσα τους διαγράφονταν, σ’ έναν ατέλειωτο, ρομαντικό χορό, η απορία, η χαρά, η επιθυμία, η αγωνία, η λαχτάρα, η μελαγχολία… πόσα ακόμα!
Ένα συνέδριο ήταν η αφορμή της γνωριμίας τους. Είχαν καθίσει δίπλα – δίπλα κι εκεί αυθόρμητα σχολίασαν όσα άκουσαν, μοιράστηκαν κοινές εμπειρίες, αντάλλαξαν απόψεις και ιδέες, διαπίστωσαν πόσα κοινά είχαν. Σαν να γνωρίζονταν πάντα. Έτσι απλά και με χιούμορ!
Έμεναν σε διαφορετικές πόλεις, οπότε η επικοινωνία τους διατηρήθηκε από απόσταση πια. Μια επικοινωνία χαράς, που άγγιξε βαθιά και τους δύο. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο και μαζί έπλαθαν τον κόσμο όλο. Ένας έρωτας γεννήθηκε ανέλπιστα, παράλογα, σαν την καλοκαιρινή βροχή. Λυτρωτικός μα και απίστευτα βασανιστικός!
Δεν ήταν μόνοι…
Ένας έρωτας από τα βάθη της ψυχής και τα σκοτάδια της, που εξέπεμπε όμως παράδοξα τόσο φως! Ήξεραν από την αρχή ότι δε θα οδηγούσε πουθενά. Είχαν δει το τέλος κι αυτό πονούσε ήδη αφόρητα.
Έπεισαν τους εαυτούς τους, φόρεσαν τις μάσκες τους και υποδύθηκαν για καιρό τους φίλους, για να μη χάσουν ο ένας τον άλλο.
Με τη μεταμφίεση αυτή κάθονταν αντικριστά, έπειτα από πολύ καιρό, σε τούτο το θορυβώδες, για ’κείνους, καφενείο. Πόσα είχαν να μοιραστούν ακόμα, πόσες πνιχτές σιωπές, υγρά βλέμματα μετέωρα έξω από τα παράθυρα του καφενείου … του χαμένου χρόνου. Η ώρα γλίστρησε από τα δάχτυλά τους σαν το νερό. Ποτέ δε θα τους έφτανε εξάλλου!
Έτσι, χαμένοι και οι δυο στις σκέψεις τους, άφησαν διακριτικά τη γωνιά που φιλοξένησε για λίγο και για πάντα τη συντροφιά τους. Περπάτησαν σιωπηλοί διασχίζοντας το κοντινότερο πάρκο του αποχαιρετισμού.
Εκείνη του χάρισε ένα αγαπημένο της στυλό, κάτι δικό της, για να τη θυμάται. Θα είχε πολλά να σημειώσει σε άλλα συνέδρια, στα οποία θα συμμετείχε χωρίς την παρέα της. Εκείνος της χάρισε τα τρυφερά φιλιά του, κάτι δικό του, για να το έχει μαζί της όπου κι αν βρισκόταν. Χωρίς τις μάσκες τους μέσα σ’ αυτή τη ζεστή αγκαλιά χώρεσαν όλες τις στιγμές που θα ήθελαν να ζήσουν. Ήξεραν πια ότι οι ψυχές τους ήταν πέρα και πάνω από αυτό.
Έμεινε να την κοιτά για τελευταία φορά ασάλευτος, βουβός, καθώς χανόταν στο μισοσκόταδο η βιαστική φιγούρα της από τα μάτια του…

Εκείνη τον ρώτησε:



 Κι εκείνος της αποκρίθηκε: 

Ήταν τα τα πρώτα τραγούδια που αφιέρωσαν ο ένας στον άλλο και αυτά μαρτυρούσαν, όπως πάντα, την αλήθεια.








Επιστροφή στην παλιά νησιωτική πόλη, που από την πρώτη στιγμή την έκανε να χάνει την φυσική πυξίδα της, να γυρίζει στα σοκάκια χωρίς να μπορεί να προσανατολιστεί, να αισθάνεται σαν βαρκούλα που την παρασύρει ο άνεμος. Μόνο τούτος ο τόπος της προκαλούσε τόση σύγχυση. Ήταν αστείο αλλά συνάμα κι ενοχλητικό. Την πρώτη φορά που πάτησε το πόδι της στα δρομάκια της γλυκιάς πολιτείας η φίλη της την μάζευε κάθε λίγο και λιγάκι ωθώντας την στο σωστό δρόμο κι έλεγε αστειευόμενη «Μα καλά, τι έχεις πάθει; Από ’δω, χαζοπούλι!».

Τώρα περπατούσε μονάχη παρέα με τη σκιά της και τον εκνευριστικό θόρυβο που έκαναν οι ρόδες της βαλίτσας της πάνω στο λιθόστρωτο. Είχε βαλθεί να ταράξει τα όνειρα των κατοίκων μιας πόλης που κοιμόταν. Ήθελε φαίνεται να μεταδώσει τη δική της ανησυχία και αταξία στους ανυποψίαστους πελάτες του Μορφέα… Δεν την ένοιαζε καθόλου, κατά βάθος το διασκέδαζε κιόλας!


Φτάνοντας στον προορισμό της επιτέλους, μετά την μικρή Οδύσσεια στα έρημα δρομάκια, άφησε τα πράγματά της , περιποιήθηκε τα μαλλιά της, δροσίστηκε με φρέσκο νερό και συντροφιά με το άρωμά της, που αναγεννούσε ψυχή και σώμα, έφυγε, λίγο αγχωμένη μην τυχόν χαθεί και πάλι, για το αγαπημένο της στέκι.
Εκείνη την ώρα ήταν το μόνο σημείο της γραφικής πόλης που έσφυζε από ζωή. «Το Καφενείο», έτσι ήταν το όνομα του μαγαζιού, αποτελούσε μια γλυκιά αγκαλιά για άτομα κάθε ηλικίας. Η διακόσμησή του λιτή και νεανική, με λίγα παραδοσιακά στοιχεία, τα οποία χρωμάτιζαν τρυφερά την ατμόσφαιρα, ενώ τα τραπεζάκια του ξεχύνονταν κι έκαναν κατάληψη στο φασαριόζικο σοκάκι. Μια τέτοια μοσχομυριστή κι ανέφελη βραδιά όλοι κάθονταν έξω, για ν’ απολαύσουν με όλες τους τις αισθήσεις τη μαγεία της.
Κάθισε, λοιπόν, κι εκείνη σ’ ένα από τα τραπεζάκια που ακουμπούσαν δανεικά στον τοίχο του αντικρινού σπιτιού. Της άρεσε να κάθεται εκεί έχοντας οπτική επαφή με την καλόγουστη πρόσοψη του καφενέ, αλλά και όλου του δρόμου με τα θορυβώδη μαγαζιά και τις υπέροχες βουκαμβίλιες. Πότε πότε σήκωνε το βλέμμα της στον νυχτερινό ουρανό κι αφηνόταν στο ταξίδι των αστεριών. Ποτέ δεν κατάλαβε πώς κατάφερνε να απομονώνεται στο δικό της ταξίδι, ακόμα κι από τα μικρά της χρόνια, μέσα σε τόσο κόσμο! Εδώ βοηθούσε ακόμα πιο πολύ η καλοεπιλεγμένη μουσική και το γλυκόπιοτο οινόπνευμα του τόπου – η ώρα δε σήκωνε καφέ.


Έτσι πέρασε εύκολα σ’ εκείνη τη βραδιά, όπου σε παρόμοια ώρα κι εποχή, στο ίδιο τραπεζάκι είχε εξομολογηθεί στη φίλη της πόσο πόνο της προκαλούσε το ότι είχε φτάσει στην πηγή, αλλά δεν μπορούσε να πιει νερό… «Φαίνεται πως ίσως η ζωή δεν μας χωράει όλους!», είχε ψιθυρίσει.
Η ζωή γι’ αυτήν ήταν αυτό το νερό, που τώρα πια είχε απομείνει η σκιά του να πλανάται μέρα νύχτα γύρω της , να την κάνει να χάνει τον προσανατολισμό της, σαν τούτη την πόλη. Μια πόλη ταυτισμένη με αυτή τη σκιά… Τη σκιά μιας αγάπης που έληξε άδοξα. Το νερό της πηγής ακολουθούσε την φυσική ροή, γιατί αυτό είχε μάθει από τη μάνα γη. Πώς να παρεκκλίνει; Όγκοι πετρωμάτων θεόρατοι υψώνονταν εξαρχής μπροστά του! Δεν ήταν ποτάμι ν’ ανοίξει με τα ορμητικά νερά του τη δική του κοίτη παρασύροντας ό,τι του στεκόταν ως εμπόδιο. Η πηγή για να γίνει ποτάμι χρειάζεται να κάνει μεγάλη διαδρομή…
Δεν  θα μάθουμε ποτέ πόσα χάνουμε εστιάζοντας μόνο στην Ιθάκη, προσπερνώντας αδιάφορα τη διαδρομή ή αντιμετωπίζοντάς την ως αγγαρεία ή ακόμα με το φόβο!


Είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια από τότε και τούτη τη νύχτα είχε πάει μόνη κοντά στην πηγή και πάλι, για ν’ αγγίξει ξανά το δέρμα της λίγη από την αύρα της δροσιά της. Τώρα δεν είχε σημασία για ποιο λόγο είχε έρθει το τέλος, αλλά γιατί δεν έβρισκε τη δύναμη ν’ απαγκιστρωθεί, να κάνει το ένα βήμα παραπέρα. Είχε επιλέξει τη μοναξιά. Είχε μάθει να είναι μόνη με τόσο κόσμο… Ήξερε ότι είναι η μοναξιά που αισθάνεται κανείς ακόμα και με τους δικούς του ανθρώπους, τους φίλους, τις συντροφιές. Εξάλλου, η πορεία του ανθρώπου είναι εν τέλει μοναχική. Το είχε διαπιστώσει από πολύ νωρίς, για να μην την τρομάζει πια. Οι μόνοι που μπορούν να μας γνωρίζουν καλά είμαστε εμείς οι ίδιοι κι εμείς αποφασίζουμε ποιο μονοπάτι θα ακολουθήσουμε κάθε φορά στη ζωή μας. Είχε αφεθεί, λοιπόν, στη ροή των πραγμάτων. Δε σκεφτόταν τόσο, όσο βίωνε. Είχε ανάγκη να ζήσει κάθε σταγόνα από αυτή την πηγή!


Υπήρχαν στιγμές που στο ταξίδι της έπιανε λιμάνι κάθε φορά που κάποιο τρανταχτό γέλιο ή ζωηρή συζήτηση από τη διπλανή συντροφιά δεν ήταν δυνατόν να περάσουν απαρατήρητα. Α, ναι, κι όταν περνούσε κάποιος από μπροστά της, που τύχαινε να έχει χαρακτηριστικά όμοια μ’ εκείνου. Άθελά της τον έψαχνε παντού μέσα στο πλήθος… Είναι όπως στο πένθος, όπου στα πρώτα στάδιά του, όποιος έχει χάσει κάποιον δικό του, αισθάνεται ότι συναντά μπροστά του αυτόν που χάθηκε στις μορφές άλλων που μπορεί να του μοιάζουν.
Και πάλι χανόταν στον ωκεανό των άτακτων σκέψεων και των δυνατών συναισθημάτων. Ξαναβίωνε νοερά, μέσα στην ομίχλη πια, όλα όσα είχε ζήσει παραδομένη στο κρυστάλλινο νερό της πηγής της, με τις αισθήσεις να ξυπνούν και πάλι από την χλωρή ευωδιά του, το απαλό χάδι του, που έκανε το κορμί της ν’ αναριγά, τη γλυκιά χαρά και ταραχή που την πλημμύριζε σε κάθε συναπάντημά τους από τον βαρύ κι αισθαντικό ήχο της φωνής του. Κάποια στιγμή ένιωσε να της κόβεται η ανάσα, η καρδιά της να χτυπά αδιάκοπα, τρελά! Κύματα γιγάντια σηκώθηκαν στην απέραντη θάλασσά της κι εκείνη μόνη ως άλλος περιπλανώμενος Οδυσσέας δεν εγκατέλειπε την άνιση πάλη με τις δυνάμεις της φύσης. Ελευθέρωσε τον εαυτό της να τα αισθανθεί όλα από την αρχή, την τρυφερότητα, τη γλυκύτητα, το πάθος, την αγωνία, την απόρριψη, τη βαθιά θλίψη… Τα ζούσε όπως τότε, μονορούφι, δίχως αύριο!


Τούτο το ταξίδι της τέλειωσε στο λιμάνι του καφενείου με την πληρωμή του λογαριασμού… Έφυγε πολύ αργά, αφήνοντας τις άλλες παρέες να διασκεδάζουν μες στην αληθινή ή προσποιητή ευθυμία τους, δίνοντας ραντεβού για τον πρωινό καφέ.


Περπατώντας χωρίς βιάση , αλλά πάντα προσέχοντας μην ξαναχαθεί, φούντωνε μέσα της η επιθυμία να ξυπνήσει την πόλη… οι σκιές να γίνουν φως, ήλιος, που φέρει πάντα μέσα του την ελπίδα, την ίδια την ζωή!


Δεν μετάνιωνε για τίποτα, μια και είχε αντιληφθεί πια πως όποιος τολμά να φανερώσει όσα αισθάνεται η καρδιά του και δίνεται χωρίς όπλα στην αγάπη, τότε στέκεται με περηφάνια κι αξιοπρέπεια μπροστά στους εκτελεστές του. Είχε επιλέξει, λοιπόν, να ζήσει μέσα από το θάνατο.




14 σχόλια:

  1. Το δεύτερο το είχα διαβάσει!!!! Το πρώτο καφεδάκι είναι και το πιο λαχταριστό βεβαίως βεβαίως. Σαν τον έρωτα δεν έχει και χαράς σ όποιον τον έχει.. :))) Φιλάκια Γλαύκη μου! Καλή δύναμη και καλή συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χριστίνα μου, μια φορά να τον ζήσεις έντονα, φτάνει και περισσεύει για όσο υπάρχεις!
      Φιλιά πολλά, κορίτσι μου, και καλό σου βράδυ!

      Διαγραφή
  2. Εγώ πάλι δεν θυμόμουν καθόλου το δεύτερο... Είχα σχολιάσει αλήθεια; Δεν έχεις βάλει λινκ στην ιστορία της Αριστέας. Επίσης γλυκό μου Γλαυκουλάκι, θα σου πρότεινα να βάζεις διαστήματα στις προτάσεις, διότι κι εμένα, όταν είχα ανοίξει το blog, μου το επεσήμαναν αυτό, για να διαβάζεται πιο ξεκούραστα το κείμενο. Φιλιά πολλά :)

    Υ.Γ Σου έχω στείλει από χθες ένα μέιλ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Στο δεύτερο απουσίαζες από το blogging, γιατί έκανες τον ερημίτη...
      Όλα όσα παρατήρησες, τα διόρθωσα, καπετάνισσα!!!
      Σ' ευχαριστώ πολύ πολύ!

      Δεν μου είπες ποια σου άρεσε πιο πολύ;

      Οκ με το μέιλ!

      Διαγραφή
    2. αχαχαχα! Πες της τα! Ήταν τότενες που διάβαζε τα βιβλία της, έκανε τα μπάνια της και εμάς μας είχε αφήσει να αναρωτιόμαστε αν ζει ή πέθανε!
      Το αστείο είναι ότι τη δεύτερη συμμετοχή σου , ούτε εγώ που τη φιλοξένησα δεν τη θυμόμουν! Πάει ...το αλτσχάιμερ προχώρησε πολύ!
      Την πρώτη ιστορία τη θυμόμουν και μάλιστα πολύ καλά! (περίεργα παιχνίδια μου παίζει το κεφάλι μου)!
      Ήταν πιο συγκλονιστική νομίζω! Κι από τις αγαπημένες όλων των Καφενέδων μας !

      Πολλά γλυκά φιλιά!♥

      Διαγραφή
    3. Ναι, τότε ήταν...
      Η πρώτη δεν ξεχνιέται, μια και είναι από αυτά που χαράζουν βαθιά την καρδιά και για πάντα, αλλά κι αφήνουν μόνιμα έναν κόμπο στον λαιμό! Από τις πιο πονεμένες μορφές του έρωτα!
      Σε σχόλιό σου είχες πει τότε, γιατί σε συγκλόνισε...
      Σ' ευχαριστώ για όλα, κοριτσάκι!!!

      Διαγραφή
    4. Α να χαθείτε ωρέ! Αφού ξέρατε ότι ζούσα, απλά δεν ήθελα να κάνω blogging! Λέω να το ξανακάνω το ερχόμενο καλοκαίρι και σας προτείνω να το υιοθετήσετε κι εσείς. Η Αριστέα άλλωστε, το έχει ψιλο-εφαρμόσει και τώρα. Τσάγια :))

      Διαγραφή
    5. Αυτή την φορά θα κάτσεις να γράφεις... ιστορίες!!! Χεχε!!!
      Χαμομήλια, βρε!!! ;-)

      Διαγραφή
  3. Εγώ Γλαύκη δεν είχα διαβάσει κανένα... Στο έχω ξαναπεί η γραφή σου, η έκφρασή σου, τα συναισθήματά σου είναι σαν ζωγραφιά. Το κάνεις και το απολαμβάνουμε...
    Καλή συνέχεια να έχεις.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Να είσαι καλά, Γιάννη μου!
      Είναι οι πρώτες μου προσπάθειες σ' ένα τέτοιο είδος γραφής, οπότε τα βήματα είναι δειλά...
      Θα ακολουθήσει και η νέα ιστορία μου στον καφενέ Νο 3!
      Καλό σου βράδυ!

      Διαγραφή
  4. Α τον πρώτο "καφέ" τον θυμάμαι και μάλιστα με είχε ενθουσιάσει η μουσική εναλλαγή και τα κομμάτια που επέλεξες. Εξαιρετική η ιδέα σου και οι Ενδελέχεια πάντα αγαπημένοι.
    Κι η δεύτερη ιστορία σου, μελαγχολική αλλά και λυτρωτική. Για όσους κάνουν την υπέρβαση στη ζωή τους και "πληρώνουν το λογαριασμό" τους.
    Φιλιά πολλά και περιμένουμε το φρεσκοκομμένο σου καφεδάκι!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σ' ευχαριστώ πολύ, Μαρία μου, που μπήκες στον κόπο να τα ξαναδιαβάσεις και να σχολιάσεις!!!
      Την "πληρωμή του λογαριασμού" κάποια στιγμή δεν την γλιτώνουμε σ' αυτή την ζωή και για πολλά χρεωστούμενα!!! Μαθαίνουμε όμως πολλά από αυτές τις "πληρωμές"...
      Αύριο, αργά μάλλον θα έρθει και ο νέος καφές και θα τον κρατήσω λίγο παραπάνω, για να τον τιμήσω!
      Φιλιά πολλά και σε σένα!

      Διαγραφή
  5. Τις θυμάμαι τις ιστορίες. Δεν θυμάμαι αν είχα σχολιάσει τότε. Να σου πω την αλήθεια, η πρώτη μου άρεσε περισσότερο...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Είχες σχολιάσει και στις δύο ιστορίες νομίζω. Αν δεν βαριέσαι, αν πατήσεις πάνω στους τίτλους των ιστοριών σε παραπέμπουν στις τότε αναρτήσεις με τα σχόλιά τους.
    Η πρώτη έχει αρέσει σε πολλούς, αν και είναι τόσο και περιεκτική σαν υστερόγραφο! Σε λίγες γραμμές τα λέει όλα. Ήταν η πρώτη μου προσπάθεια και μάλλον είχα την έμπνευση του πρωτάρη! Την αγαπάω κι εγώ περισσότερο.
    Καλό ξημέρωμα και σ' ευχαριστώ που έκανες για ακόμη μία φορά τον κόπο να τις διαβάσεις!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Σε ευχαριστώ που αφιέρωσες χρόνο να διαβάσεις τις σκέψεις μου.